αυτονομία


αυτονομία
[афтономиа] ουσ. θ. автономия.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αυτονομία" в других словарях:

  • αὐτονομία — αὐτονομίᾱ , αὐτονομία freedom to use its own laws fem nom/voc/acc dual αὐτονομίᾱ , αὐτονομία freedom to use its own laws fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτονομία — Όρος που χρησιμοποιείται κατά κανόνα ως συνώνυμος της αυτάρκειας και της μη εξάρτησης. Στα νομοθετικά κείμενα και στο λεξιλόγιο των πολιτικών συγγραφέων η λέξη α. δεν έχει ακριβολογημένη νομική έννοια και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει τομείς… …   Dictionary of Greek

  • αὐτονομίᾳ — αὐτονομίαι , αὐτονομία freedom to use its own laws fem nom/voc pl αὐτονομίᾱͅ , αὐτονομία freedom to use its own laws fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτονομία — η το να κυβερνιέται κάποιος με νόμους που βάζει ο ίδιος, η ανεξαρτησία: Η αυτονομία του Αγ. Όρους είναι κατοχυρωμένη από το σύνταγμα της Ελλάδας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐτονομίας — αὐτονομίᾱς , αὐτονομία freedom to use its own laws fem acc pl αὐτονομίᾱς , αὐτονομία freedom to use its own laws fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτονομίαι — αὐτονομία freedom to use its own laws fem nom/voc pl αὐτονομίᾱͅ , αὐτονομία freedom to use its own laws fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτονομίαν — αὐτονομίᾱν , αὐτονομία freedom to use its own laws fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτονομίαις — αὐτονομία freedom to use its own laws fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτονομίην — αὐτονομία freedom to use its own laws fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τουρκιά — Χώρα της εγγύς Ανατολής. Το ευρωπαϊκό τμήμα της συνορεύει με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία και βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος, τον Εύξεινο Πόντο και την Προποντίδα. Το ασιατικό τμήμα της συνορεύει με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, το… …   Dictionary of Greek